Wednesday, July 1, 2009

Towards Post-Capitalist Spaces: The Meaning of the Commons

Two events on the commons, An Architektur at Athens Bienniale 2009, July 3+4

The notion of private property is crucial to capitalism. For the last 30 years the neoliberal agenda helped to transform the urban landscape into a field of commodities dominated by the claims of capitalist utilization: Its perpetual need to find further profitable terrains for capital accumulation resulted in the commodification and privatization of former public properties, services and spaces that had long been considered inaccessible vis-à-vis profitability calculations. These politics of dispossession, disfranchisement and exclusion led to increasing spatial and social inequalities.

The current crisis, however, has meanwhile led to a decreasing legitimation of these neoliberal politics. Yet the left seems to be lacking concepts to make use of the material and imaginary spaces that are opened up by the current situation: How to further resist and challenge the capitalist demands on the production of space? How to develop alternative models of urbanization and society?

We want to discuss the potential of the concept of commons as a political discourse and practice that sets a limit to capitalist accumulation but that also goes beyond it a strategy of de-commodification and re-appropriation that tries to recognize and articulate the already existing though maybe minor and often micro-level alternative practices. Commons are an optimistic alternative, a grounded vision based on existing struggles but fundamentally questioning the hegemonic logic of a capitalist society. We want to discuss the notion of commons in different historical situations and explore how it can be actualized today. What are its potentials, limitations and can it be turned into a social and political force and perspective towards post-capitalist spaces?

Friday, July 3: 7.00 pm -- 9.00 pm, at Floisvos beach, Athens
Public Interview with Massimo de Angelis and Stavros Stavrides

Saturday, July 4: 11.00 am -- 3.00 pm, at Floisvos building, Athens
Open Workshop with Massimo de Angelis, Stavros Stavrides and further guests from Athens

Massimo de Angelis is Professor of Political Economy at the University of East London
Stavros Stavrides is Assistant Professor of Architecture, National Technical University of Athens

An Architektur in cooperation with the Athens Bienniale 2009
as part of “live”, curated by Dimitris Papaioannou and Zafos Xagoraris

Read more!

Saturday, April 11, 2009

Thomas Daniell - After the Crash: Architecture in Post-Bubble Japan

Thomas Daniell After the Crash: Architecture in Post-Bubble Japan New York: Princeton Architectural Press, 2008.

In ‘Arter the Crash: Architecture in Post-Bubble Japan’, Thomas Daniell is taking a thorough look into contemporary Japanese architecture.

More a collection of articles than a ‘proper’ book may be disconnected at some times, but in total it manages to capture all the different directions that Japanese architecture took after the big economical crisis that Japan went through in the beginning of the ‘90s. There are seven chapters in the book (genealogies and tendencies, domestic spaces, new prototypes, public spaces, revitalizing metabolism, nature and artifice and urban views) that touch upon projects of different scale (and maybe of different significance) where the author examines the work of Japanese architects like Kazunari Sakamoto, Kazuhiro Ishii, Jun Aoki, Toshiaki Ishida, Kazuyo Sejima, Toyo Ito and many others, along with projects from international architects like FOA and MVRDV.
Thinking that the western world is now going through its own economical crisis this book might also provide some insights into how Japanese architects handled the economical crisis of the ‘90s and managed to produce interesting architecture.
Read more!

Monday, March 16, 2009

Μελέτη περίπτωσης βίαιης συνάρθρωσης δύο (ή περισσότερων) διαφορετικών ή ετερώνυμων συστημάτων:Σκέψεις για την εικόνα του ιστορικού κέντρου του Ταλλίv

Γιωργος Καρατζάς,

Α. Εισαγωγή

Η Εσθονία ανακήρυξε την ανεξαρτησία της από την ΕΣΣΔ πριν από 17 χρόνια. Σαν ένα μικρό κράτος, πολιτιστικά τραυματισμένο από την υποχρεωτική ενσωμάτωση στην Σοβιετική Ένωση στις αρχές της δεκαετίας του ’40, έχει ‘επιτέλους’ την ευκαιρία, αλλά και την ανάγκη να επαναξιολογήσει τα χαρακτηριστικά της εθνικής ταυτότητας. Μια γρήγορη ‘ανάγνωση’ της εικόνας της Εσθονικής πρωτεύουσας, Ταλλίνν, από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του κράτους μέχρι τις ημέρες μας δείχνει μια έκδηλη προσπάθεια των Αρχών οι οποίες είναι επιφορτισμένες με την διαχείριση των πολιτιστικών αποθεμάτων της χώρας, να επέμβουν στην εικόνα της πόλης και να δημιουργήσουν ένα αστικό τοπίο το οποίο θα απέχει από οποιαδήποτε αναφορά στο πρόσφατο σοβιετικό παρελθόν.

Η περίπτωση της ανάδειξης του ιστορικού κέντρου του Ταλλίνν, είναι θέμα το οποίο έχει σαφείς πολιτικές προεκτάσεις και ιδεολογική φόρτιση, ενώ παράλληλα αποτελεί μια μοναδική περίπτωση πολλαπλής ανάγνωσης του ιστορικού αστικού τοπίου. Το θέμα αναπαράστασης του παρελθόντος και ο επαναπροσδιορισμός της σύγχρονης ιστορίας της συγκεκριμένης χώρας, είναι στενά συνδεδεμένο με το θέμα της ιθαγένειας, το οποίο κυριαρχεί στην πολιτική ζωή.

Β. Σύντομη ιστορική ανασκόπηση του Εσθονικού έθνους και κράτους

Η Εσθονία είναι ένα μικρό ευρωπαϊκό κράτος στην βόρεια άκρη της Βαλτικής. Η ιστορία του Εσθονικού έθνους είναι πολύπλοκη και γεμάτη από αλληλο-συσχετίσεις με τα γειτονικά έθνη. Το έδαφος που κατέχει το σημερινό Εσθονικό κράτος έχει διεκδικηθεί, κατακτηθεί και εποικιστεί από τον Μεσαίωνα μέχρι σήμερα από όλες τις μεγάλες δυνάμεις της περιοχής: τους Σουηδούς, τους Δανούς (το όνομα Ταλλίνν άλλωστε σημαίνει η πόλη των Δανών), τους Γερμανούς και τους Ρώσους. Παρόλο το γεγονός ότι η ρωσική παρουσία χρονολογείται από το Μεσαίωνα, επιτυχείς προσπάθειες ενσωμάτωσης της περιοχής κάτω στην ρωσική επικράτεια επισφραγίσθηκαν με την Συνθήκη του Νύσταντ (1721), όταν η περιοχή πέρασε από την Σουηδική στην Ρωσική αυτοκρατορία. Παρόλο, όμως, το γεγονός ότι η επαρχία ενσωματώθηκε στο Τσαρικό κράτος, η άρχουσα τάξη παρέμεινε κατά ένα συντριπτικό ποσοστό Γερμανικής καταγωγής.

Οι απαρχές της Εσθονικής εθνέγερσης, συμπίπτουν με την κατάργηση του καθεστώτος της δουλοπαροικίας στα μέσα του 19ου αιώνα και την πρόσβαση των ‘αυτοχθόνων’ εσθονό-φώνων στην εκπαίδευση. Εκείνη την περίοδο οι εσθονό-φωνοι άρχισαν να εγκαθίστανται στις πόλεις ενώ όσον αφορά το Ταλλίνν είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα η πλειονότητα των κατοίκων άνηκε στους Γερμανούς της Βαλτικής (Baltic Germans).

Η πρώτη ανεξάρτητη εσθονική δημοκρατία ανακηρύχθηκε το Φλεβάρη του 1918, ενώ εγκαθιδρύθηκε ‘de jure’ τον Φλεβάρη του 1920, ακολουθώντας μια αλυσίδα γεγονότων τα οποία σχετίζονται με την Οκτωβριανή Επανάσταση και την ήττα της Γερμανικής αυτοκρατορίας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Εσθονική ανεξαρτησία δεν θα κρατήσει πολύ όμως καθώς η χώρα θα προσαρτηθεί στην Σοβιετική Ένωση, σύμφωνα με τους όρους των απόρρητων τροποποιήσεων του συμφώνου μη- επιθέσεως Μολότοφ- Ρίμπεντροπ, τον Αύγουστο του 1939. Η Εσθονία θα παραμείνει Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία μέχρι τον Αύγουστο του 1991, όταν επανέκτησε την ανεξαρτησία της. Σήμερα, αποτελεί μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2004) και του ΝΑΤΟ (2004).

Γ. Το θέμα της πολιτικής ιθαγένειας. Η παρουσία του εθνικά ‘Άλλου’.

Ακόμα και λίγο πριν την ανεξαρτησία από την σοβιετική κυριαρχία, το θέμα του καθορισμού των χαρακτηριστικών της εσθονικής εθνικής ταυτότητας, καθώς και της αναπαράστασης του αναδυόμενου από την αφάνεια έθνους, είχε αρχίσει να επανέρχεται στην επικαιρότητα. Από τότε μέχρι σήμερα το θέμα της ιθαγένειας, το ποιος δηλαδή θεωρείται Εσθονός και ανήκει στην φανταστική κοινωνία (imagined community) και ποιος όχι, βρίσκεται σταθερά στην κορυφή της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Σύγχρονες απογραφές[i] υποδηλώνουν ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό μη- εθνικά αυτό-προσδιοριζόμενων Εσθονών, ενώ υποστηρίζεται ότι υπάρχει μια συνειδητή προσπάθεια αποκλεισμού ατόμων (και απογόνων τους), οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στα χρόνια της Εσθονικής ΣΣΔ από άλλα μέρη της Ένωσης. Φυσικά, το θέμα της ιθαγένειας είναι τεράστιο και ξεφεύγει από τους σκοπούς της συγκεκριμένης εργασίας, αλλά υποστηρίζεται ότι το σύγχρονο Εσθονικό κράτος προσπαθεί να προσδιορίσει τα χαρακτηριστικά του Εσθονικού Εαυτού’ (Self) σε πλήρη αντιπαράθεση με αυτά του ‘Άλλου’ (Other) των εποίκων, οι οποίοι είναι κυρίως φορείς της Ρωσικής κουλτούρας. Η παρουσία διαφορετικών εθνοτικών ομάδων σήμερα, σχετίζεται με την εγκατάσταση τους κατά την περίοδο της Εσθονικής ΣΣΔ, ενώ σύμφωνα με την (εθνικά) εσθονική ελίτ, σχετίζεται με την ‘βίαιη’ και φασιστική προσάρτηση της χώρας στην ΕΣΣΔ. Είναι σημαντικό, πάντως, να αναφερθεί ότι η περίοδος της Εσθονικής ΣΣΔ έχει πρόσφατα χαρακτηριστεί ως ‘παράνομη κατοχή’, σε πλήρη αντίθεση με την γραμμή της Ρωσίας η οποία αναφέρει ότι η ενσωμάτωση στην ΕΣΣΔ ήταν οικειοθελής και με την θέληση του εσθονικού λαού. Τον βαθμό της πόλωσης και της καχυποψίας μεταξύ εθνικά προσδιορισμένων και μη Εσθονών, πάντως, μαρτυρούν οι ταραχές που προκλήθηκαν τον Απρίλιο του 2007, κατά την μετακίνηση του μνημείου των ‘Απελευθερωτών του Ταλλίνν’ στο στρατιωτικό νεκροταφείο.

Δ. Ιστορικό κέντρο του Ταλλίνν

Pic 01: Μία από τις εισόδους του παλιού ιστορικού κέντρου στην οδό Pikk

Το Ταλλίνν, μια περιφερειακή πρωτεύουσα τον καιρό της ΕΣΣΔ, είχε την τύχη να μην εκσυγχρονιστεί και εκβιομηχανιστεί στον ίδιο βαθμό με τις άλλες περιφερειακές πρωτεύουσες της Βαλτικής. Έχοντας έτσι ένα σημαντικό κτιριακό απόθεμα ιστορικών κτιρίων από τον καιρό της σύντομης εσθονικής ανεξαρτησίας (περίοδος μεσοπολέμου) αλλά και παλιότερα, οι Αρχές συντήρησης έχουν στρέψει την προσοχή και τα κονδύλια τους στη αξιοποίηση του. Κτιριακές οντότητες οι οποίες υποστηρίζουν διαφορετική ανάγνωση του αστικού χώρου από την επίσημη εκδοχή του, γκρεμίζονται ή στην καλύτερη περίπτωση αφήνονται στην φθορά. Φυσικά το Ταλλίνν, ως η βιτρίνα του κράτους έχει μια ιδιαίτερη θέση στον ‘εθνικό μύθο’ και για τον λόγο αυτό χρήζει ιδιαίτερης προσοχής από τις Αρχές.

Pic 02: Κτίριο στην οδό Uus, αρχικά κτισμένο στις αρχές του 20ου αιώνα και πρόσφατα αποκαταστημένο. Σήμερα στεγάζει ξενώνα. Η επαναξιολόγηση του κτιριακού αποθέματος του ιστορικού κέντρου είναι μια διαδικασία η οποία ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 μετά την ανεξαρτησία της χώρας. Μέχρι τότε, τα περισσότερα κτίρια του ιστορικού κέντρου, όπως και το συγκεκριμένο, βρισκόταν σε ερειπιώδη κατάσταση. Φυσικά, στην περιοχή παρατηρείται έμμεση εκδίωξη του αρχικού πληθυσμού λόγω της αύξησης των ενοικίων και των αξιών των ιδιοκτησιών, εγκατάσταση νέων χρήσεων, καθώς και εγκατάσταση υψηλότερων εισοδηματικά τάξεων.

Το ιστορικό κέντρο της Εσθονικής πρωτεύουσας, συμπίπτει με το μεσαιωνικό κομμάτι της πόλης το οποίο περιτριγυρίζεται από τα παλιά τείχη, ενώ η είσοδος σε αυτό γίνεται σε συγκεκριμένα σημεία. Στην πιο περίοπτη θέση του ιστορικού πυρήνα, την Toompea, βρίσκονται τα ποιο σημαντικά συμβολικά κτίρια της πόλης όπως το κοινοβούλιο, οι καθεδρικοί των χριστιανικών δογμάτων, αρκετές πρεσβείες, καθώς και διάφορα κτίρια πολιτιστικού περιεχομένου και ξενοδοχεία. Μια εμπειρική ανάλυση του κτιριακού αποθέματος του ‘ιστορικού’ κέντρου, θα δείξει ότι η μεγαλύτερη πλειονότητα των ‘αξιόλογων’ ιστορικών κτιρίων έχει αποκατασταθεί σχετικά πρόσφατα και πιο συγκεκριμένα κατά την τελευταία δεκαπενταετία, αφότου η Εσθονία απέκτησε την ανεξαρτησία της από την ΕΣΣΔ. Μια εξέταση των καταχωρήσεων της λίστας των διατηρητέων κτιρίων του ιστορικού κέντρου της πόλης, θα δείξει ότι η συντριπτική πλειονότητα των κτιρίων του ιστορικού ‘μεσαιωνικού’ κέντρου της πόλης έχουν κτισθεί μεταξύ 1880- 1940[ii], χωρίς βέβαια αυτό να αποκλείει την παρουσία αρχιτεκτονικών μνημείων αναγερμένα από τα χρόνια του μεσαίωνα μέχρι το 1880. Ποσοτικά πάντως οι καταχωρήσεις και φυσικά τα κτίρια της συγκεκριμένης εξηκονταετίας υπερτερούν κατά τι από τις καταχωρήσεις και τα κτίρια όλων των άλλων ιστορικών περιόδων (μεσαίωνας- 1991). Τα κτίρια, δηλαδή, τα οποία ανήκουν στην περίοδο της εθνέγερσης και της πρώτης σύντομης Εσθονικής δημοκρατίας του μεσοπολέμου, προτιμώνται από το Εθνικό Κέντρο Κληρονομιάς (Muinsuskaitseamet), και θεωρούνται ως τα πλέον κατάλληλα για να κοσμούν, τόσο το ιστορικό κέντρο αλλά και την πόλη γενικότερα. Αλλά είναι αυτές οι κατασκευές του 19ου και 20ου αιώνα η μόνη αρχιτεκτονική κληρονομιά του Ταλλίνν; Μια επίσκεψη στην πόλη, θα δώσει μια διαφορετική εντύπωση.

Ε. Αστικός Χώρος ως πεδίο προβολής ιδεολογημάτων και κοινωνικών κατασκευών

Έχει υποστηριχθεί ότι οι πόλεις δρουν ως κείμενα, στα οποία κωδικοποιούνται κοινωνικές, οικονομικές, και πολιτικές ιεραρχίες. Τα αστικά σύνολα μπορούν να ‘διαβαστούν’ και να αποκωδικοποιηθούν από τα άτομα τα οποία κινούνται σε αυτά, αφήνοντάς τα να οδηγηθούν σε συμπεράσματα τα οποία σχετίζονται με τα πολιτιστικά χαρακτηριστικά, κοινωνικές ιεραρχίες, κανόνες και αρχές της ευρύτερης ομάδας στην οποία εντάσσονται (Barnes& Duncan, 1992- Ashworth, 1998). Υποστηρίζεται ότι συλλογική πολιτιστική μνήμη και ‘ιστορικός’ αστικός χώρος (ιστορικοί πυρήνες των πόλεων) είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι μεταξύ τους. Μνήμη και ‘ιστορικός’ χώρος είναι επίσης συνυφασμένοι με την νεωτεριστική κατασκευή ταυτοτήτων (Ashworth, Turnbridge & Graham, 2000). Το συντηρημένο παρελθόν νομιμοποιεί την καταγωγή/ προέλευση του παρόντος, εκφράζοντας ‘αιώνιες’ αξίες οι οποίες είναι σημαντικές στο συλλογικό αυτοπροσδιορισμό. Υποστηρίζεται ότι η διατήρηση του παρελθόντος, και συγκεκριμένα η διατήρηση της εικόνας του παρελθόντος, δεν έχει σχέση με την διατήρηση της μνήμης και της ιστορίας, αλλά με την αναπαράσταση και την επαναξιολόγηση του έτσι ώστε να ικανοποιεί απαιτήσεις του παρόντος (Munasinghe, 2005).

Η αστική κληρονομιά στον Ευρωπαϊκό Χώρο θεωρείται από αρκετούς μελετητές αποτέλεσμα παραποίησης και χαλιναγώγησης. Εξετάζοντας τόσο τους τρόπους με τους οποίους παράγεται, όσο και το ποιος παράγει το συντηρημένο/ διατηρητέο αστικό τοπίο, ο Ashworth (1998) υποστηρίζει ότι η απάντηση βρίσκεται σε τρεις βασικές ιδέες, οι οποίες σχετίζονται με την άσκηση της εξουσίας: α) την έννοια της νομιμοποίησης (political legitimation- Habermas, J. (1996)), κατά την οποία τόσο οι κυβερνήσεις, όσο και άτομα χρησιμοποιούν την αστική κληρονομιά ως μέσο για να δικαιολογήσουν την άσκηση εξουσίας, αλλά και την ίδια τους την ύπαρξη επικαλούμενοι συγκεκριμένα ‘στιγμιότυπα’ του παρελθόντος που απονέμουν αυτό το δικαίωμα., β) την έννοια της κυρίαρχης ιδεολογίας (dominant ideology thesis- Abercrombie et al. (1982)), κατά την οποία η κυρίαρχη ομάδα στην εξουσία επιβάλει τις αξίες της σε μια κυριαρχούμενη υπεξούσια, και γ) την έννοια του πολιτιστικού κεφαλαίου (cultural capital thesis- Bourdieu, P. (1977)). Συνοπτικά αναφέρεται ότι το πολιτιστικό κεφάλαιο δρα ως κοινωνική αναφορά εντός ενός συστήματος ανταλλαγών η οποία περιλαμβάνει την συσσωρευμένη γνώση η οποία απονέμει εξουσία και κοινωνική καταξίωση.

Pic 03: Μουσειοποίηση της πόλης- Επεξηγηματικές ταμπέλες οι οποίες ενημερώνουν τους επισκέπτες και τους ντόπιους για την ιστορία των κτιρίων.

Στο παραπάνω πλαίσιο, η αστική κληρονομιά υποστηρίζεται ότι έχει ‘φιλτραριστεί’ και το αποτέλεσμα αυτού του φιλτραρίσματος αποτελεί το σημερινό διατηρημένο αστικό τοπίο το οποίο στερείται ουσιαστικού νοήματος (Gospodini, 2004). Περιγράφοντας την διαδικασία αποφόρτισης και από-νοηματοδότησης του ιστορικού αστικού χώρου, ο Ashworth (1998) εισάγει τις έννοιες τις απαλοιφής (eradification) και μουσειοποίησης (museumification). Με την απαλοιφή περιγράφεται η ακούσια καταστροφή αντικειμένων-συμβόλων, αστικών χώρων, κτιρίων λόγω πολέμου ή φυσικών καταστροφών, αλλά και εκούσια λόγω εκσυγχρονισμού και αλλαγή πολιτικού καθεστώτος. Με την μουσειοποίηση περιγράφεται η αλλαγή της λειτουργικής διάστασης αντικειμένων, αστικών χώρων, κτιρίων και ο μετασχηματισμός σχημάτων έτσι ώστε να γίνουν κατάλληλα προς τουριστική και οικονομική χρήση. Είναι πάντως σημαντικό να αναφερθεί ότι στην κεντρική πρόσοψη κάθε κτηρίου το οποίο τελεί υπό κρατική προστασία και θεωρείται ‘μνημείο’ τοποθετείται μια καλαίσθητη πλάκα η οποία διαθέτει την τυπική αρχική κάτοψή του και αναγράφει την ιστορία του συγκεκριμένου κτίσματος στα εσθονικά και αγγλικά, αλλά όχι στα ρώσικα, μητρική γλώσσα του μισού περίπου πληθυσμού της πόλης (πράγμα που συμβαίνει άλλωστε και σε όλες οι δημόσιες πινακίδες της πόλης).

Ζ. Αποτύπωση εθνικής ταυτότητας στο διατηρητέο ‘ιστορικό’ αστικό χώρο

Η εθνική ταυτότητα σχετίζεται με μια ευρεία και αφηρημένη ‘κοινή’ μνήμη ενός υποτιθέμενου ‘κοινού’ παρελθόντος. Εξηγώντας την σχέση εθνικής ταυτότητας και (αστικού) τοπίου, ο Graham (1998, σελ.40) υποστηρίζει ότι ο διατηρητέος ‘ιστορικός’ αστικός χώρος υποδεικνύει συγκεκριμένους τόπους ως κέντρα του συλλογικού πολιτιστικού υποσυνείδητου. Τα σημερινά ‘ιστορικά’ κέντρα των ευρωπαϊκών πόλεων, υποστηρίζεται ότι έχουν σε μεγάλο βαθμό χαλιναγωγηθεί και παραποιηθεί, έτσι ώστε να προσφέρει αφηγήσεις (narratives) η οποίες όχι μόνο να συμφωνούν με τα χαρακτηριστικά της εθνικής ταυτότητας κάθε φορά, αλλά και να προβάλλουν τέτοια ευκολοχώνευτα στοιχεία τα οποία να νομιμοποιούν την ηγεμονία του εθνο-κράτους (Gospodini, 2004).

Έτσι, η διαχείριση του αστικού τοπίου έχει αποδειχτεί ένα ιδιαίτερα αποτελεσματικό εργαλείο της διαδικασίας της εθνοκατασκευής, καθώς το αποτέλεσμα μιας προσεκτικής και οργανωμένης διαχείρισης του ‘ιστορικού’ αστικού χώρου, προσφέρει μια δυνατή οπτική εμπειρία της υποτιθέμενης ιστορίας ενός τόπου, το οποίο με την σειρά του δίνει σάρκα και οστά στην πολιτιστική μνήμη.

Pic 04: Άποψη του συγκροτήματος κτιρίων μαζικής κατοικίας στην Õismäe tee στο δυτικό άκρο της πόλης. Το συγκρότημα- προάστιο κατασκευάστηκε την δεκαετία του 1960 και αποτελεί παράδειγμα καλής πρακτικής και σχεδιασμού για τα πρότυπα της εποχής της Σοβιετικής Ένωσης. Δυστυχώς στις ημέρες μας το κράτος δεν ενδιαφέρεται για την συντήρησή του ενώ λόγω του υψηλού κόστους οι ένοικοι/ ιδιοκτήτες αδυνατούν να το φροντίσουν από μόνοι τους.

Όπως και στην Αθήνα, έτσι και στο Ταλλίνν, η εικόνα του παλιού ιστορικού κέντρου δεν έχει καμία σχέση με τις γύρω περιοχές. Μια εξέταση του υπάρχοντος οικιστικού αποθέματος δίνει διαφορετική εντύπωση, καθώς το προσεκτικά διατηρημένο ‘μεσαιωνικό’ ιστορικό κέντρο πλαισιώνεται από κτίρια τα οποία χτίστηκαν κατά την περίοδο της Εσθονικής ΣΣΔ, τα οποία βρισκόντουσαν υπό την κρατική φροντίδα άλλοτε ενώ σήμερα αφήνονται στο έλεος του χρόνου. Το εσθονικό ινστιτούτο, η κρατική αρχή επιφορτισμένη για την διαχείριση των πολιτιστικών δράσεων, δραστηριοτήτων, και αποθεμάτων, αναφέρει στην ιστοσελίδα του Estonica ότι, ‘…η εσθονική κοινωνία δεν είναι αρκετά εύπορη για να κατεδαφίσει ολοκληρωτικά τα τεράστια, ψηλά κτίρια μαζικής κατοικίας, ούτε δύναται οικονομικά να μετατρέψει αυτούς τους ‘κοιτώνες’ σε αξιοπρεπή κατοικήσιμα περιβάλλοντα μέσω ανακαίνισης…’[iii]. Όσο αναφορά τα κτίρια που πλαισιώνουν το ιστορικό κέντρο, δεν πρόκειται μόνο για κτίρια μαζικής κατοικίας, όπως πολύ απαξιωτικά περιγράφονται στην ιστοσελίδα του Εσθονικού Ινστιτούτου, ενώ περιλαμβάνουν και διάφορες άλλες τυπολογίες. Αρκετά μεγάλο ποσοστό των κτιρίων αυτών χρειάζονται διαφορετικού βαθμού συντήρηση ή τουλάχιστον φροντίδα, το κόστος της οποίας είτε δεν μπορούν να αναλάβουν οι ιδιοκτήτες/ ένοικοι, είτε δεν θέλουν να αναλάβουν γνωρίζοντας τις προθέσεις των αρχών και την συναισθηματική φόρτιση προς αυτά. Έτσι, παραδείγματα κτιρίων τα οποία αναφέρονται στην σοβιετική περίοδο της πόλης διαγράφονται σταδιακά, είτε με άμεση κατεδάφιση, είτε εγκαταλείποντάς τα στο καταστρεπτικό πέρασμα του χρόνου.

pic 05: Άποψη του κτιρίου Olumpia το οποίο κατασκευάστηκε για να στεγάσει δραστηριότητες που σχετίζονταν με την διοργάνωση των αγώνων ιστιοπλοΐας που διεξήχθησαν στο θαλάσσιο μέτωπο Pirita, στο ανατολικό άκρο του Ταλλίνν, στα πλαίσια των θερινών ολυμπιακών αγώνων της Μόσχας το 1980. Η σχετικά καλή του εικόνα σήμερα οφείλεται σε διαχείρισή του από ιδιωτικά κεφάλαια και την μετατροπή του σε ξενοδοχείο αρκετών αστέρων.

Μέσα στις καινούργιες περιοχές οι οποίες χτίστηκαν, δημιουργείται η απορία γιατί οι αρχές δεν επεμβαίνουν στην διατήρηση τους. Δεν υπήρχε ούτε ένα δείγμα καλής αρχιτεκτονικής ανάμεσα σε όλα τα κτήρια που κτίστηκαν την περίοδο εκείνη; Γιατί το κτιριακό απόθεμα της μεταπολεμικής περιόδου, δεν θεωρείται κατάλληλο για προστασία και διατήρηση; Μόνο κτίρια μαζικής κατοικίας αμφιβόλου αισθητικής άφησαν πίσω τους οι Σοβιετικοί, όπως αναφέρει και το εσθονικό ινστιτούτο; Ή μήπως η σοβιετική περίοδος είναι μια περίοδος την οποία οι Εσθονοί προσπαθούν να διαγράψουν από την συλλογική μνήμη του ‘απελευθερωμένου’ από την κατοχή έθνους; Γιατί η μεσαιωνική, η νεοκλασικιστική, ή η μπαρόκ αρχιτεκτονική να ευνοείται παρόλο που είναι συνδεδεμένη με παρόμοιες περιόδους ‘κατοχής’ και εκμετάλλευσης; Η απάντηση είναι εμφανής, καθώς κτίρια τέτοιων αρχιτεκτονικών ιδιωμάτων είναι μέρος της Ευρωπαϊκής παράδοσης, ενώ διατηρώντας αυτά αποκλειστικά το κράτος υποδηλώνει και νομιμοποιεί σαφώς την σχέση του με την Δύση, καθώς δένουν όχι μόνο την εσθονική πρωτεύουσα αλλά και την ίδια την χώρα, με την Ευρωπαϊκή αστική παράδοση και συμβάλουν στην αποποίηση του πρόσφατου παρελθόντος. Επίσης, με παρόμοιο τρόπο, εξηγείται και η ευκολία με την οποία κατεδαφίζονται κτίρια της σοβιετικής περιόδου σε κεντρικά σημεία και σε περίοπτη θέση, ενώ στην θέση τους κατασκευάζονται ψηλά άμορφα ‘σύγχρονα’ κτήρια γραφείων, όμοια με αυτά που απαντιούνται σε όλα τα δυτικοευρωπαικά κέντρα του καπιταλισμού. Έτσι, μια ανάγνωση του αστικού τοπίου υποδηλώνει ότι το κέντρο του σύγχρονου Ταλλίνν, προέρχεται από έναν μεσαιωνικό οχυρωμένο οικισμό, όπως οι περισσότερες βορειοευρωπαικές πόλεις και ιδιαίτερα αυτές της Χανσεατικής Ένωσης, το οποίο άλλωστε χτίστηκε και από τους ίδιους της βορειοευρωπαίους, και το οποίο μελλοντικά θα περιτριγυρίζεται από μια σύγχρονη πόλη απαλλαγμένη από τα σοβιετικά κουφάρια του παρελθόντος. Ιδιαίτερα το μεσαιωνικό οχυρωμένο ‘χωριό’ στο κέντρο της πόλης, βοηθά όχι μόνο τους Εσθονούς, αλλά και τους επισκέπτες της πόλης να βγάλουν εύκολα συμπεράσματα για την πολιτιστική καταγωγή της πόλης, της χώρας και του πληθυσμού της.

Pic 06: Καινούργια κτίρια κατασκευασμένα στο οικονομικό και επιχειρηματικό κέντρο του Ταλλίνν, κοντά στο μεσαιωνικό κέντρο της πόλης. Άμορφες κατασκευές, δίχως ίχνος τοπικών αναφορών και τοπικού χαρακτήρα αντικατέστησαν τα κτίρια της Σοβιετικής περιόδου. Η εικόνα του οικονομικού κόμβου της πόλης παραπέμπει στα μεγάλα κέντρα του καπιταλισμού, και όχι σε μία πρώην σοσιαλιστική σοβιετική δημοκρατία.

Η/ Επίλογος/ Συμπεράσματα

Η Εσθονία επανέκτησε την ανεξαρτησία της πριν από 17 χρόνια. Ως ένα νεαρό κράτος, πολιτιστικά ‘τραυματισμένο’ από την υποχρεωτική προσάρτηση στην Σοβιετική Ένωση κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1940, έχει σήμερα τόσο την ευκαιρία, όσο και την ανάγκη να επαναπροσδιορίσει τα χαρακτηριστικά που συνθέτουν την εθνική ταυτότητά της.

Στην προσπάθεια εξεύρεσης της κατάλληλης εικόνας για να αναπαραστήσει το έθνος, οι κρατικές αρχές έχουν μέσα σε όλα τα άλλα, στρέψει την προσοχή τους στην συντήρηση και αποκατάσταση των ιστορικών κέντρων των πόλεων που βρίσκονται μέσα στην εθνική επικράτεια, και κυρίως της πρωτεύουσας του κράτους Ταλλίνν. Κτιριακές οντότητες οι οποίες υποστηρίζουν διαφορετικές αφηγήσεις για τις καταβολές, ιστορία και ανάπτυξη του αστικού χώρου και του έθνους, από την επίσημη, διαγράφονται ή στην καλύτερη περίπτωση αφήνονται στον εκφυλισμό και αποσύνθεση. Φυσικά το Ταλλίνν, ως η βιτρίνα του κράτους έχει μια ιδιαίτερη θέση και σημασία στην διαδικασία επαναξιολόγησης και επαναπροσδιορισμού της εικόνας του ιστορικού αστικού χώρου. Η ιστορική εξέλιξη της πόλης δημιούργησε ένα αστικό σύνολο το οποίο αποτύπωνε τις επικρατούσες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές ιεραρχίες. Το ίδιο αστικό σύνολο χρησιμοποιείται πλέον ως κέλυφος, με τρόπο σκηνογραφικό, για να αποτυπώσει καινούργιες ιεραρχίες αλλά και την επαναξιολόγηση της αστικής και όχι μόνο ιστορίας. Η διαδικασία της επιλογής κατέχει κεντρική θέση στη σύγχρονη πολιτιστική διαχείριση, γεγονός το οποίο είναι έκδηλο στον ιστορικό πυρήνα του Ταλλίνν.

Η διαχείριση του αστικού τοπίου έχει αποδειχθεί ένα αποτελεσματικό μέσο προβολής κοινωνικόπολιτικών ιδεολογημάτων και κατασκευών, καθώς το κανονικοποίημένο αστικό τοπίο ως αποτέλεσμα της παραπάνω διαδικασίας, παρέχει μια ισχυρή οπτική εμπειρία της κατασκευασμένης ιστορίας μιας πόλης και δίνει μορφή στην συλλογική πολιτιστική μνήμη. Φυσικά τα μηνύματα που απορρέουν από ένα ελεγχόμενο αστικό τοπίο, στοχεύουν τόσο στον ντόπιο πληθυσμό, όσο και στους επισκέπτες της πόλης.

Υποστηρίζεται ότι η περίπτωση της ανάδειξης του ιστορικού πυρήνα της Εσθονικής πρωτεύουσας προσφέρει μια ευκαιρία στις αρχές να αποτυπώσουν με τον πιο ακραίο τρόπο τα χαρακτηριστικά της νέας εθνικής και πολιτικής κατάστασης. Ένα μεγάλο ποσοστό των κατοίκων της πόλης (ο Ρωσοεσθονικός κατά κύριο λόγο πληθυσμός), βλέπει τα αντικείμενα που νομιμοποιούν την παρουσία τους εκεί να διαγράφονται από τον αστικό χώρο, ενώ συνειδητοποιεί ότι τόσο αυτά τα αντικείμενα, όσο και αυτοί οι ίδιοι να μην έχουν καμία θέση στην επανα-προσδιοριζόμενη αστική, και όχι μόνο, ιστορία.

Θ. Βιβλιογραφικές αναφορές

· Ashworth, G.J. (1998), The conserved European city as cultural symbol: the meaning of the text, in Graham, B. (ed), Modern Europe, place, culture, identity, p. 261- 286, London: Arnold

· Barnes, T.J. & Duncan, J.S. (1992), writing worlds: discourse, text and metaphor in the representations of the landscape, p.1-17, London: Routledge

· Habermas, J. (1996), The European nation-state: its achievements and its limits, in Balakrishnan, G. & Anderson, B. (Eds), Mapping the Nation, σελ. 281-294, London: Verso

· Ashworth, G.J., Turnbridge, J.E. and Graham, B. (2000), A geography of heritage: Power, Culture & economy, London: Arnold

· Abercrombie, N., Hill, S. & Turner, B. S. (1982), The Dominant Ideology Thesis, London: Allen & Unwin

· Bourdieu, P. (1977), Outline of a Theory of Practice, Cambridge: Cambridge University Press

· Gospodini, A.(2004), urban morphology and place identity in european cities: built heritage and innovative design, Journal of Urban Design, vol.9, no.2, p.225-248, Carfax Publishing

· Graham, B. (1998), The past in Europe’s present: diversity, identity and the construction of place, in Graham, B. (Ed.), Modern Europe. Place, Culture, Identity, London: Arnold.

Munasinghe, H. (2005), The politics of the Past: constructing a national identity through heritage conservation, International Journal of Heritage Studies 11, no.3: 251-260.

[i] Statistics Estonia (Eesti Statistika) επίσημη ιστοσελίδα της κρατικής απογραφικής υπηρεσίας, “Population by sex, ethnic nationality and county, 1 January,”

PO0222&ti=POPULATION+BY+SEX%2C+ETHNIC+NATIONALITY+AND+COUNTY%2C+1+JANUARY&path=../I_Databas/Population/01Population_indicators_and_composition/04Population_figure_and_composition/&lang=1 (πρόσβαση Μάιος 2008).

[ii] Εξέταση των καταχωρήσεων των καταλόγων της Εθνικού Κέντρου Κληρονομιάς (National Heritage Board- Muinsuskaitseamet) τα οποία αφορούν το ιστορικό κέντρο της πόλης.

[iii] Estonica, “Architecture, Socialist period,” menyy_id=542&kateg=41&alam=57&leht=7 (πρόσβαση, Μάιος 2007.

Read more!

Thursday, January 8, 2009

Naja & deOstos - Ambiguous Spaces (PA29)

Naja & deOstos Ambiguous Spaces New York: Princeton Architectural Press, 2008.

Over the past few decades architecture as an idea and practice has increasingly limited its definition of itself. […] the reality is that architectural styles and forms are often the seductive packaging and repackaging of the same proven, marketable concepts […] beneath the cloak of radicalism the conventions of existing building typologies and programs, with all their comforting familiarity, still rule – and sell. What is needed desperately today are approaches to architecture that can free its potential to transform our ways of thinking, and acting.

The text above comes from the foreword that Lebbeus Woods wrote for the 29th issue of pamphlet architecture, that this time hosts Naja & deOstos. Unfortunately, it seems that we are actually in need to be reminded that the role of architecture is, as has always been, to transform our way of thinking and acting. Luckily this small volume does provoke our preconceptions of what architecture is, or should be – as most of the latest pamphlet issues were doing.

Naja & deOstos’ approach to architecture is a ‘literary’ one. Having as references Franz Kafka and Gabriel Garcia Marques, the architecture of the two projects presented here is clearly understood, as Brett Steele writes in the ‘second’ foreword of the book, as a form of language. The architects, using consciously their language, are offering two stories, two architectural narratives. The first story/project (Nuclear Breeding) explores the history and current condition of Oxford Ness, the site where the first British atomic bomb was initially tested. Investigating the way that craters are created as a result of nuclear explosions the project is a landscaping exercise (do we need again somebody to remind us that landscape cannot be just about planting trees?). The second story/project (The Pregnant Island) is exploring dams; the way that they affect nature, landscape and populations. Using a great amount of statistic data as input, another landscape project is generated that echoes the dramatic changes that dams impose on the landscape, and consists of a kinetic, artificial island.
Language of course is never neutral. And Naja & deOstos are using architectural language here as the vehicle for social and political criticism that generates an ‘investigative’ architecture that has as its starting point programmatic and infrastructural qualities. At the same time literature becomes the primary reference of architecture and is opposed as such to nature.
One could argue that some aspects of the projects remain in the written text while they fail to appear in the drawn one; or that there might be a lack of detail in the drawings that would help in the creation of that ‘magical realism’ effect that the architects are after. But in general the two projects are more than successful in offering a new way to think about architecture and landscape, about what they could be and how they can become bearers of critical ideas and meanings, which renders them really valuable in the contexts of the current situation of architecture that Lebbeus Woods is describing in the foreword.
Read more!